ἔερσα

ἔερσα
ἔερσα
a froth, foam ἐγὼ τόδε τοι πέμπω μεμιγμένον μέλι λευκῷ σὺν γάλακτι, κιρναμένα δ' ἔερσ ἀμφέπει, πόμ ἀοίδιμον (ἡ δρόσος, ἡ τοῦ μέλιτος κιρναμένη. Σ) N. 3.78 Μοῖσα λείριον ἄνθεμον ποντίας ὑφελοῖσ' ἐέρσας i. e. coral N. 7.79
b pl. dewdrops

χλωραῖς ἐέρσαις ὡς ὅτε δένδρεον ᾄσσει N. 8.40


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἐέρσα — ἐέρσᾱ , ἔρσα dew fem nom/voc/acc dual (epic) ἐέρσᾱ , ἔρσα dew fem nom/voc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔερσα — ἔρσε aor ind act 1st sg (epic) ἔρσε aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐέρσας — ἐέρσᾱς , ἔρσα dew fem acc pl (epic) ἐέρσᾱς , ἔρσα dew fem gen sg (epic doric aeolic) ἐέρσᾱς , ἔρσε aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐέρσαι — ἐέρσᾱͅ , ἔρσα dew fem dat sg (epic doric aeolic) ἔρσε aor inf act ἐέρσαῑ , ἔρσε aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρση — Μυθολογικό πρόσωπο. Μία από τις τρεις κόρες του Κέκροπα, η οποία εκπροσωπούσε την πρωινή δροσιά. Ο Ερμής την αγάπησε παράφορα και ζήτησε τη βοήθεια της αδελφής της, αλλά η Αθηνά στάλαξε στην ψυχή της τελευταίας το δηλητήριο της ζηλοτυπίας, για να …   Dictionary of Greek

  • ἔερσ' — ἔερσαι , ἔρσα dew fem nom/voc pl (epic) ἔερσα , ἔρσε aor ind act 1st sg (epic) ἔερσε , ἔρσε aor ind act 3rd sg (epic) ἔερσαι , ἔρσε aor imperat mid 2nd sg ἔερσα , ἔρσε aor ind act 1st sg (homeric ionic) ἔερσε , ἔρσε aor ind act 3rd sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”